Είναι αδιαμφισβήτητο πως η επιδημία του ιού covid-19 έχει φέρει στη ζωή μας μία νέα πραγματικότητα με οικονομικές, κοινωνικές αλλά και νομικές προεκτάσεις που δεν είχαμε ποτέ πριν φανταστεί.

Η παγκόσμια νομική κοινότητα προβληματίζεται και πραγματεύεται έντονα ζητήματα Θεμελιωδών Ελευθεριών και Συνταγματικότητας, ιδίως σε ό,τι αφορά τους υποχρεωτικούς περιορισμούς που χρησιμοποιούν οι ανά τον κόσμο κυβερνήσεις σε μια προσπάθεια να καταστείλουν την εξάπλωση της πρωτόγνωρης αυτής απειλής για τη δημόσια υγεία. Ωστόσο ένας κλάδος δικαίου που επίσης έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις στα πλαίσια των δραστικών αλλαγών της καθημερινής ζωής των τελευταίων μηνών, είναι αυτός του ποινικού δικαίου.

Η επιβολή περιορισμών στην κυκλοφορία, τις συναθροίσεις και τα ταξίδια έχει συμβάλει σε μείωση του δείκτη εγκληματικότητας, ειδικά σε ό,τι αφορά τις ληστείες, τις κλοπές και τις διαρρήξεις, δημιούργησε όμως πρόσφορο έδαφος για μια σχετικά νέα έκφανση εγκληματικής δράσης, αυτή του κυβερνο-εγκλήματος.

Ως κυβερνοχώρος ορίζεται στα λεξικά το «πλασματικό περιβάλλον στο οποίο συμβαίνει η επικοινωνία μεταξύ δικτύων υπολογιστών». Ο covid-19 μας έχει αναγκάσει να μετατοπίσουμε την εργασία, τις αγορές, την επικοινωνία και ακόμη και την κοινωνική μας ζωή από το φυσικό στο πλασματικό αυτό περιβάλλον και το ίδιο ακριβώς έχει συμβεί και με την εγκληματική δραστηριότητα.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Κυβερνο-ασφάλεια προειδοποιεί για σημαντική αύξηση σε διαδικτυακές  απάτες, κλοπές ταυτότητας, παραεμπόριο, και διακίνηση πορνογραφίας.

Ως πιο ευάλωτες ομάδες, βασικό στόχο των κυβερνο-εγκληματιών αποτελούν τα άτομα τρίτης ηλικίας, καθώς όπως ενημερώνει η Europol είναι πολυάριθμες οι περιπτώσεις όπου επιτήδειοι χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για να πωλήσουν στα άτομα αυτά, μεταξύ άλλων, «θαυματουργές θεραπείες» για τον ιό covid-19 και μάλιστα με τρόπο ανώνυμο και μη ανιχνεύσιμο.

Πέρα όμως από τους «εύπιστους χρήστες» όπως οι ηλικιωμένοι, από τα πλοκάμια του διαδικτυακού εγκλήματος δεν έχουν καταφέρει να διαφύγουν ούτε οι πιο πεπειραμένοι του χώρου, ενώ στο στόχαστρο μπαίνουν συχνά ακόμη και μεγάλες εταιρίες με διεθνή δράση. Με την τηλε-εργασία να αποτελεί τη νέα νόρμα και μάλιστα σε μεγάλο ποσοστό να επιβάλλεται από τα ίδια τα κράτη της Ε.Ε, όλες οι συνήθεις εμπορικές συναλλαγές έχουν μετατραπεί σε διαδικτυακές και παρατηρούνται πλέον συχνά φαινόμενα παραβίασης ακόμα και των πιο αυστηρών πρωτοκόλλων διαδικτυακής ασφάλειας, οικειοποίησης εταιρικής ταυτότητας και απόσπασης με αυτό τον τρόπο τεράστιων χρηματικών ποσών που προορίζονταν για κάποια επαγγελματική συναλλαγή.

Ένα ακόμη υποψήφιο θύμα ηλεκτρονικής απάτης δεν είναι άλλο από τον απλό καταναλωτή. Με την πλειοψηφία των αγορών να λαμβάνουν χώρα πλέον ηλεκτρονικά εξαιτίας του φόβου συναθροίσεων και των περιορισμών στην κυκλοφορία, μία μεγάλη μερίδια πληθυσμού έχει βιώσει τη δυσάρεστη εμπειρία του να «αγοράσει» προϊόντα από κάποιο ουσιαστικά ανύπαρκτο e-shop και να μην τα παραλάβει ποτέ.

Έχοντας λοιπόν ήδη εντοπίσει αυτό τον νέο – αόρατο εχθρό και το μέγεθος της απειλής που παρουσιάζει, είναι εύλογο να αναρωτηθούμε ποια θα είναι τα μέτρα για την αντιμετώπισή του και πόσο άμεσα θα ληφθούν.

Η Ε.Ε δεν μένει αμέτοχος παρατηρητής σε αυτή την κατάσταση καθώς η Ευρωπόλ, ενέκρινε ένα νέο κέντρο για την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος, βασικό κομμάτι της αποστολής του οποίου θα είναι και η καταπολέμηση του ηλεκτρονικού εγκλήματος.

Μέχρι επομένως να δούμε δείγματα έργου της νεοσύστατης αυτής ομάδας, είναι εξαιρετικά σημαντικό να παραμείνουμε όλοι ενημερωμένοι και υποψιασμένοι για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στη νέα μας ηλεκτρονική πραγματικότητα.

Συγγραφέας: Παναγιώτα Βουτσινά